Κοκό Σανέλ 1883 – 1971

Γαλλίδα μοδίστρα και επιχειρηματίας, που κυριάρχησε για σχεδόν έξι δεκαετίες στον κόσμο της γυναικείας υψηλής ραπτικής, εισάγοντας επαναστατικές καινοτομίες, με δημιουργίες που θεωρούνται κλασικές. Καθιέρωσε το ύφασμα ζέρσεϊ, το ταγιέρ, το άνετο παντελόνι, τα κοντά σε γραμμή «καρέ» μαλλιά, τα αδιάβροχα, τα πουλόβερ με γυριστό λαιμό, τα φαντεζί ψεύτικα κοσμήματα και το απλό μαύρο φόρεμα.

Η Γκαμπριέλ Μπονέρ Σανέλ (Gabrielle Bonheur Chanel) γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου 1883 στο Σομίρ της Δυτικής Γαλλίας. Ο πατέρας της, Αλμπέρ Σανέλ, ήταν περιοδεύων πωλητής ρούχων και εσωρούχων και η μητέρα της, Εζενί Ντεβόλ, πλύστρα σ’ ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα για απόρους. Μετά το θάνατο της μητέρας της μπήκε εσωτερική σ’ ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα, όπου έμαθε την τέχνη της μοδιστρικής.

Όταν δεν έπιανε τη βελόνα για να ράψει, τραγουδούσε σ’ ένα κλαμπ στο Μουλέν, όπου σύχναζαν αξιωματικοί του ιππικού. Εκεί ήταν που της κόλλησαν το χαϊδευτικό Κοκό (Coco), με το οποίο έγινε γνωστή τα επόμενα χρόνια. Το Κοκό, σύμφωνα με τους βιογράφους της, μπορεί να προέρχεται από τα δημοφιλή τραγούδια εκείνης της εποχής «Ko Ko Ri Ko» και «Qui qu’a vu Coco» ή ακόμα και από τη λέξη cocotte (κοκότα). Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, που κυκλοφορούσε την εποχή της μεγάλης της δόξας στα παρισινά σαλόνια, η Σανέλ αποκλήθηκε Κοκό, επειδή διοργάνωσε τα καλύτερα πάρτι στο Παρίσι, όπου προσφερόταν άφθονη κοκαΐνη. Ή ίδια ήταν γνωστό ότι ήταν εθισμένη στις ναρκωτικές ουσίες και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της χρήστρια μορφίνης.

Το 1906 σ’ ένα κλαμπ, όπου εμφανιζόταν, γνώρισε τον Ετιέν Μπαλσάν, πρώην αξιωματικό του ιππικού και γόνο πλούσιας οικογένειας υφαντουργών, με τον οποίο πέρασε τρία χρόνια πλούσιας και τρυφηλής ζωής. Το 1909 δημιούργησε σχέση με τον φίλο του Μπαλσάν, τον άγγλο λογαχό Μπόι Κέιπελ, επίλεκτο μέλος της αγγλικής υψηλής κοινωνίας, ο οποίος χρηματοδότησε και τα πρώτα της σχέδια στον κόσμο της μόδας.

Η σταδιοδρομία της Σανέλ στον κόσμο της μόδας ξεκίνησε το 1913, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει το τραγούδι, στο οποίο, όπως διαπίστωσε κι η ίδια, δεν είχε καμία τύχη. Άνοιξε ένα μικρό κατάστημα στη Ντοβίλ, στο οποίο πουλούσε καπέλα που έφτιαχνε η ίδια. Σύντομα άρχισε να σχεδιάζει πουλόβερ, φούστες και διάφορα αξεσουάρ και να χρησιμοποιεί το ζέρσεϊ. Το 1914 άνοιξε το πρώτο της κατάστημα στο Παρίσι και το 1916 ίδρυσε τον οίκο υψηλής ραπτικής «Chanel». Μέσα σε πέντε χρόνια είχε επιβληθεί, προκαλώντας επανάσταση στο γυναικείο ντύσιμο, με ένα απλό και άνετο στυλ, που ο συνεταίρος της Πολ Πουαρέ αποκαλούσε «φτωχοπροδρομισμό πολυτελείας» («le misérabilisme de luxe»).

Η απλότητα και η άνεση των ρούχων της τονίζονταν από τα ασυνήθιστα τότε φαντεζί ψεύτικα κοσμήματα. Επέβαλε τα μάλλινα ρούχα, το φόρεμα – σεμιζιέ, το απλό μαύρο φόρεμα, την κοντή πλισέ φούστα, το πανταλόνι για πρωινή και βραδινή εμφάνιση. Το 1926 σχεδίασε το πρώτο της ταγιέρ, ενώ από το 1922 είχε συνδυάσει τις δημιουργίες της με το άρωμα «5».

Το 1935 άρχισε να παράγει υφάσματα ζέρσεϊ σε δικό της εργοστάσιο. Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο Οίκος της ήταν από τους μεγαλύτερους στο Παρίσι, με κύκλο εργασιών 120 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων της εποχής και οι επιχειρήσεις της (οίκος μόδας, εργοστάσιο υφασμάτων, εργαστήρια παραγωγής αρωμάτων και κοσμημάτων) απασχολούσαν 3.500 άτομα.

Το 1938 αποσύρθηκε και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία έκλεισε τις επιχειρήσεις και άφησε στο δρόμο χιλιάδες εργαζομένους. Κατηγορήθηκε για σχέσεις με τους Ναζί, αλλά η εις βάρος της δικαστική έρευνα δεν προχώρησε μετά το τέλος του πολέμου. Πάντως, ήταν γνωστή η ερωτική της σχέση με τον στρατηγό των Ες-Ες Βάλτερ Σέλενμπεργκ.

Το 1954 επανήλθε στο προσκήνιο της υψηλής ραπτικής, όταν παρουσίασε ολοκληρωμένο το κλασικό «ταγιέρ Σανέλ», με την κομψή, άνετη φούστα και τη χαρακτηριστική ζακέτα χωρίς πέτα, φινιρισμένη με σειρήτια.

Η Κοκό Σανέλ πέθανε στο Παρίσι στις 10 Ιανουαρίου 1971, σε ηλικία 87 ετών. Ο Οίκος της εξακολούθησε να λειτουργεί και μετά το θάνατό της, παραμένοντας πιστός στην παράδοση του «στυλ Σανέλ». Το 1977 δημιουργήθηκε η πρώτη συλλογή σινιέ έτοιμων ενδυμάτων (πρετ -α- πορτέ), με προορισμό την αγορά των ΗΠΑ. Τον επόμενο χρόνο άνοιξε το πρώτο κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων στο Παρίσι και τα επόμενα χρόνια σε πολλές χώρες του κόσμου.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

Υβ Σεν Λοράν 1936 – 2008

Γάλλος μόδιστρος, από τους κορυφαίους σχεδιαστές μόδας του 20ού αιώνα, πλάι στον Κριστιάν Ντιόρ και την Κοκό Σανέλ. Άφησε το αποτύπωμά του σε μισό αιώνα δημιουργίας, τόσο στην υψηλή ραπτική, όσο και στην καθημερινή ένδυση.

Ο Υβ Σεν Λοράν (Yves Saint Laurent) γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1936 στο Οράν της γαλλοκρατούμενης τότε Αλγερίας και ήταν το μεγαλύτερο παιδί ενός εύπορου γάλλου βιομηχάνου. Από μικρός έδειξε το ταλέντο του στο σχέδιο, φτιάχνοντας ρούχα για τις κούκλες των μικρότερων αδελφών του. Στα 17 του γράφτηκε σε σχολή μόδας του Παρισιού και το σχέδιό του για ένα βραδινό φόρεμα απέσπασε το πρώτο βραβείο σε ετήσιο διαγωνισμό.

Το ταλέντο του το αναγνώρισε αμέσως ο Κριστιάν Ντιόρ, που τότε μεσουρανούσε στη γαλλική υψηλή ραπτική και τον προσέλαβε στον οίκο του ως σχεδιαστή. Μετά τον θάνατο του Ντιόρ, το 1957, ο Σεν Λοράν ανέλαβε επικεφαλής σχεδιαστής, ξεπερνώντας σε φήμη τον μέντορά του. Διηύθυνε τον Οίκο Ντιόρ επί τρία χρόνια, μέχρι που κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη διάρκεια του Πολέμου της Αλγερίας. Το 1962, μαζί με τον σύντροφό του Πιέρ Μπερζέ, ίδρυσε τον δικό του Οίκο, ο οποίος με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μια «αυτοκρατορία», μέχρι να εξαγοραστεί τη δεκαετία του ’90 από την εταιρεία καλλυντικών και φαρμακευτικών ειδών Σανοφί.

Ο Ιβ Σεν Λοράν ήταν ο άνθρωπος που άλλαξε για πάντα την εικόνα της γυναίκας, απελευθερώνοντάς την από την αιχμαλωσία του παραδοσιακού, αμιγώς γυναικείου ρούχου. Έφερε επανάσταση, ντύνοντας τις γυναίκες με παντελόνια, ζιβάγκο και ρούχα σαφάρι, αλλά και με σμόκιν, ένα ρούχο που κράτησε σε όλες τις συλλογές του, εξελίσσοντάς το κάθε φορά. Μπορεί η Κοκό Σανέλ να έδωσε στις γυναίκες την ελευθερία τους, αλλά ο Υβ Σαιν Λοράν τους έδωσε δύναμη.

Ήταν ο εμπνευστής των σι θρου τοπ, της γραμμής «τραπέζιο», των ποπ αρτ συνόλων, των φορεμάτων με αναφορές στα γεωμετρικά σχέδια του Μοντριάν, των σαφάρι τζάκετ, ο σχεδιαστής που λάνσαρε την πρώτη πρετ-α-πορτέ συλλογή, «κατεβάζοντας» την υψηλή ραπτική στον δρόμο. Ο ίδιος προειδοποιούσε τις γυναίκες: «Όσες ακολουθούν κατά πόδας τη μόδα αντιμετωπίζουν μείζονα κίνδυνο. Αυτόν της απώλειας της βαθύτερης φύσης τους, του στιλ τους, της φυσικής κομψότητάς τους».

Ο Υβ Σεν Λοράν ήταν ένας άνθρωπος πολύ ντροπαλός και εσωστρεφής, με πολύ λίγους φίλους και μακριά από τον κόσμο. Έπαιρνε ουσίες, κατανάλωνε τεράστιες ποσότητες αλκοόλ και κατατρυχόταν από διαρκείς κρίσεις κατάθλιψης. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δραστηριότητα το 2002 έκανε σπανίως δημόσιες εμφανίσεις. Τιμήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, μία από τις υψηλότερες τιμητικές διακρίσεις της Γαλλίας. Καταβεβλημένος από τον καρκίνο του εγκεφάλου από τον οποίο έπασχε, πέθανε στο Παρίσι την 1η Ιουνίου 2008.

 

Γάλλος μόδιστρος, από τους κορυφαίους σχεδιαστές μόδας του 20ού αιώνα, πλάι στον Κριστιάν Ντιόρ και την Κοκό Σανέλ. Άφησε το αποτύπωμά του σε μισό αιώνα δημιουργίας, τόσο στην υψηλή ραπτική, όσο και στην καθημερινή ένδυση.

Ο Υβ Σεν Λοράν (Yves Saint Laurent) γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1936 στο Οράν της γαλλοκρατούμενης τότε Αλγερίας και ήταν το μεγαλύτερο παιδί ενός εύπορου γάλλου βιομηχάνου. Από μικρός έδειξε το ταλέντο του στο σχέδιο, φτιάχνοντας ρούχα για τις κούκλες των μικρότερων αδελφών του. Στα 17 του γράφτηκε σε σχολή μόδας του Παρισιού και το σχέδιό του για ένα βραδινό φόρεμα απέσπασε το πρώτο βραβείο σε ετήσιο διαγωνισμό.

Το ταλέντο του το αναγνώρισε αμέσως ο Κριστιάν Ντιόρ, που τότε μεσουρανούσε στη γαλλική υψηλή ραπτική και τον προσέλαβε στον οίκο του ως σχεδιαστή. Μετά τον θάνατο του Ντιόρ, το 1957, ο Σεν Λοράν ανέλαβε επικεφαλής σχεδιαστής, ξεπερνώντας σε φήμη τον μέντορά του. Διηύθυνε τον Οίκο Ντιόρ επί τρία χρόνια, μέχρι που κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη διάρκεια του Πολέμου της Αλγερίας. Το 1962, μαζί με τον σύντροφό του Πιέρ Μπερζέ, ίδρυσε τον δικό του Οίκο, ο οποίος με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μια «αυτοκρατορία», μέχρι να εξαγοραστεί τη δεκαετία του ’90 από την εταιρεία καλλυντικών και φαρμακευτικών ειδών Σανοφί.

Ο Ιβ Σεν Λοράν ήταν ο άνθρωπος που άλλαξε για πάντα την εικόνα της γυναίκας, απελευθερώνοντάς την από την αιχμαλωσία του παραδοσιακού, αμιγώς γυναικείου ρούχου. Έφερε επανάσταση, ντύνοντας τις γυναίκες με παντελόνια, ζιβάγκο και ρούχα σαφάρι, αλλά και με σμόκιν, ένα ρούχο που κράτησε σε όλες τις συλλογές του, εξελίσσοντάς το κάθε φορά. Μπορεί η Κοκό Σανέλ να έδωσε στις γυναίκες την ελευθερία τους, αλλά ο Υβ Σαιν Λοράν τους έδωσε δύναμη.

Ήταν ο εμπνευστής των σι θρου τοπ, της γραμμής «τραπέζιο», των ποπ αρτ συνόλων, των φορεμάτων με αναφορές στα γεωμετρικά σχέδια του Μοντριάν, των σαφάρι τζάκετ, ο σχεδιαστής που λάνσαρε την πρώτη πρετ-α-πορτέ συλλογή, «κατεβάζοντας» την υψηλή ραπτική στον δρόμο. Ο ίδιος προειδοποιούσε τις γυναίκες: «Όσες ακολουθούν κατά πόδας τη μόδα αντιμετωπίζουν μείζονα κίνδυνο. Αυτόν της απώλειας της βαθύτερης φύσης τους, του στιλ τους, της φυσικής κομψότητάς τους».

Ο Υβ Σεν Λοράν ήταν ένας άνθρωπος πολύ ντροπαλός και εσωστρεφής, με πολύ λίγους φίλους και μακριά από τον κόσμο. Έπαιρνε ουσίες, κατανάλωνε τεράστιες ποσότητες αλκοόλ και κατατρυχόταν από διαρκείς κρίσεις κατάθλιψης. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δραστηριότητα το 2002 έκανε σπανίως δημόσιες εμφανίσεις. Τιμήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, μία από τις υψηλότερες τιμητικές διακρίσεις της Γαλλίας. Καταβεβλημένος από τον καρκίνο του εγκεφάλου από τον οποίο έπασχε, πέθανε στο Παρίσι την 1η Ιουνίου 2008.

 

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

Μαξ Φάκτορ 1877 – 1938

Max_Factor

Το όνομα Μαξ Φάκτορ (Max Factor) είναι συνώνυμο με τη γυναικεία ομορφιά σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Με την ομώνυμη βιομηχανία ομορφιάς, που ίδρυσε ο νεαρός ρωσοεβραίος το 1909, έφερε την επανάσταση στο χώρο των καλλυντικών με τις καινοτομίες που εισήγαγε, όπως τα λιπ-γκλος, στικ, σκιές, ψεύτικες βλεφαρίδες και το αδιάβροχο μέικ-απ. Άλλωστε, ο Μαξ Φάκτορ ήταν αυτός που εισήγαγε τη λέξη μέικ-απ στην κοσμητολογία.

Η ζωή του Μαξ Φάκτορ ή Μαξ Φάιρσταϊν, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν μια διαρκής περιπέτεια. Γεννήθηκε το 1877 στο Λοτζ της Ρωσίας, που σήμερα ανήκει στην Πολωνία. Ξεκίνησε την καριέρα του στη Μόσχα, φτιασιδώνοντας τις μπαλαρίνες του τσαρικού μπαλέτου.

Η ζωή του ήταν περίπλοκη μιας και ήταν Εβραίος Πολωνός την εποχή που υπήρχε ιδιαίτερο μίσος προς τους Εβραίους. Αποφάσισε στα 26 του να μετακομίσει με την τότε οικογένειά του στην Αμερική για ένα πιο ασφαλές μέλλον.

Το βιογραφικό του ήταν ήδη αρκετά πλούσια μιας και δούλεψε σαν βοηθός σε οδοντίατρο/φαρμακοποιό αλλά και δημιούργησε δικό του κατάστημα με χειροποίητα ρουζ, κρέμες, αρώματα και περούκες.

Στην Αμερική αφού ο συνεργάτης του έκλεψε όλο το stock από τα προϊόντα που ο ίδιος είχε δημιουργήσει προσπάθησε να ορθοποδήσει κάνοντας διάφορες άλλες δουλειές. Τελικά μετά από τον θάνατο της συζύγου του και το διαζύγιο της επόμενης γυναίκας του αποφάσισε να πάρει τα παιδιά του στο Los Angeles της California όπου άνθιζε ο κινηματογράφος. Πολύ γρήγορα συνεργάστηκε με την εταιρία Leichner & Minor που ειδικεύονταν με τα “cosmetic” θεάτρου. Το πρόβλημα όμως ήταν πως εκείνοι είχαν μόνο ένα είδους foundation το οποίο ήταν σε μορφή stick. Η υφή ήταν πολύ λιπαρή και παχύρρευστη με αποτέλεσμα να μην στρώνει ομοιόμορφα.

Τότε ήταν που ο Max Factor αποφάσισε να δημιουργήσει ένα νέο foundation που θα ήταν πιο λεπτό, θα αποθηκευόταν σε βαζάκι και θα είχε περισσότερες αποχρώσεις. Οι ηθοποιοί είχαν ενθουσιαστεί με το “make-up” και άρχισε να απογειώνεται η καριέρα του. Απέκτησε τη φήμη ότι το make-up του έκανε τους ηθοποιούς πιο όμορφους στον φακό.

Γρήγορα, το όνομά του γίνεται γνωστό, καθώς κερδίζει την εμπιστοσύνη ηθοποιών και της νεοσύστατης τότε κινηματογραφικής βιομηχανίας για τις λύσεις που προτείνει στο μακιγιάζ. Η Τζιν Χάρλοου, η Μπέτι Ντέιβις και όλες οι μεγάλες σταρ του Χόλιγουντ ήταν πελάτισσές του στο σαλόνι ομορφιάς που διατηρούσε κοντά στην περίφημη «Χόλιγουντ Μπούλεβαρντ». Πολλές από τις θεές της μεγάλης οθόνης πόζαραν στις ολοσέλιδες διαφημίσεις του στα περιοδικά της εποχής. Η φίρμα Μάξ Φάκτορ γίνεται παγκόσμια γνωστή σε όλο τον κόσμο και καθορίζει την άποψη για την ομορφιά στον 20ο αιώνα.

Το 1938 ο Max Factor πήγε επαγγελματικό ταξίδι με έναν από τους γιους του όταν κάποιος τους σταμάτησε και τους έδωσε ένα σημείωμα που ζήταγαν ένα χρηματικό ποσό προκειμένου να ζήσει. Ο Factor πήγε στο κανονισμένο σημείο αλλά δεν βρέθηκε κανένας να παραλάβει τα χρήματα. Τρομαγμένος γύρισε στην Αμερική και επισκέφθηκε τον γιατρό για το άγχος που του δημιούργησε όλο αυτό. Τελικά απεβίωσε εκεί στην ηλικία των 65 ετών.

Ο Μαξ Φάκτορ έφυγε από τη ζωή στις 30 Αυγούστου του 1938, αφού πρόλαβε με τις λύσεις ομορφιάς που πρότεινε να μεταμορφώσει την απλή γυναίκα σε εκθαμβωτική σταρ ή έστω να της δημιουργήσει την ψευδαίσθηση.

 

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

Κριστιάν Ντιόρ 1905 – 1957

Κριστιάν Ντιόρ

Ο Κριστιάν Ντιόρ (Christian Dior) γεννήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1905 στο Γκραβίγ της Νορμανδίας και ήταν ο μικρότερος γιος ενός βιομήχανου λιπασμάτων. Με πατρική υπόδειξη, σπούδασε πολιτικές επιστήμες για να γίνει διπλωμάτης, αλλά ο ίδιος ήταν παθιασμένος με την τέχνη. Με λεφτά του πατέρα του άνοιξε μια μικρή γκαλερί στο Παρίσι και πουλούσε έργα καλλιτεχνών όπως ο Πάμπλο Πικάσο και ο Μαξ Ζακόμπ. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο πατέρας του χρεοκόπησε και ο Κριστιάν αναγκάστηκε να κλείσει την γκαλερί.

unnamed_2_216

Παρέμεινε στο χώρο της τέχνης κι έπιασε δουλειά ως σχεδιαστής στους οίκους υψηλής ραπτικής του Ρομπέρ Πιγκέ και του Λισιέν Λελόνγκ. Μετά τον πόλεμο άνοιξε τα δικά του φτερά, με τη βοήθεια του βιομήχανου υφασμάτων Μαρσέλ Μπουσάκ. Τον Δεκέμβριο του 1946 έγιναν με λαμπρότητα τα εγκαίνια του οίκου του στο Παρίσι και στις 12 Φεβρουάριου του 1947 πραγματοποίησε την πρώτη του επίδειξη.

unnamed_1_265

Γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία με τη δημιουργία ενός καινούργιου στυλ, που ονομάστηκε «New Look»: στρογγυλοί ώμοι, στενή μέση, φαρδιές μακριές φούστες και γόβες με ψηλά μυτερά τακούνια. Η πρότασή του έφερε επανάσταση στο ντύσιμο των γυναικών και βοήθησε να ξαναγίνει το Παρίσι η πρωτεύουσα της μόδας. Εκτός από τις δημιουργίες υψηλής ραπτικής, ο Ντιόρ ασχολήθηκε με την παραγωγή ετοίμων ενδυμάτων και αξεσουάρ. Το 1947 λάνσαρε στην αγορά το πρώτο του άρωμα με το όνομα Miss Dior.

Ο Κριστιάν Ντιόρ έφυγε ανεπάντεχα από τη ζωή στις 24 Οκτωβρίου 1957, σε ηλικία 52 ετών. Έπαθε καρδιακή προσβολή την ώρα που χαλάρωνε σε σπα στο Μοντεκατίνι της Ιταλίας. Το μοιραίο προήλθε από ένα ψαροκόκκαλο που του έφραξε τον λαιμό, όπως είναι η επίσημη εκδοχή, ή από στρες μετά από έντονη χαρτοπαιξία. Το κοσμικό Παρίσι βούηξε, ότι ο θάνατος τον βρήκε κατά τη διάρκεια μιας έντονης ερωτικής συνεύρεσης με δύο νεαρούς. Την εποχή του θανάτου του ο Κριστιάν Ντιόρ είχε επίσημη σχέση με τον εικοσιεπτάχρονο γαλλοαργερινό τραγουδιστή Ζακ Μπενιτά.

Η ανάπτυξη του οίκου Ντιόρ συνεχίστηκε και μετά το θάνατο του δημιουργού του, με επικεφαλής σχεδιαστές, διαδοχικά, τους Υβ Σεν Λοράν, Μαρκ Μποάν Τζιανφράνκο Φερέ και Τζον Γκαλιάνο.

Η Γαλλική εφημερίδα Le Monde, τον χαρακτήρισε σαν άνθρωπο με λεπτό γούστο, τον καλύτερο πρεσβευτή της Γαλλικής Πρωτεύουσας σε ολόκληρο τον κόσμο.
Στην κηδεία του διάσημου μόδιστρου, παραβρέθηκαν τουλάχιστον 2.500 άτομα.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/